ἐπουσιώδης

ἐπουσι-ώδης, ες,
A added to the essence, non-essential, Phlp. in Ph.38.26 ; f.l. for ἐπεισοδιώδης, Porph.Intr.21.14.
II symptomatic, of fever, Alex.Aphr. Febr.31, Pall.Febr.3.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐπουσιώδης — added to the essence masc/fem acc pl (attic epic doric) ἐπουσιώδης added to the essence masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἐπουσιώδης added to the essence masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επουσιώδης — ες (AM ἐπουσιώδης, ες) αυτός που προστίθεται στην ουσία, που δεν είναι ουσιώδης, που έχει δευτερεύουσα σημασία αρχ. (για πυρετό) συμπτωματικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ουσιώδης (< ουσία)] …   Dictionary of Greek

  • επουσιώδης, -ης, -ες — γεν. ους, αιτ. η, πληθ. ουδ. η, που είναι έξω από την ουσία πράγματος, που έχει δευτερεύουσα σημασία, που δεν αξίζει πολύ λόγο: Επουσιώδη λάθη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπουσιώδη — ἐπουσιώδης added to the essence neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐπουσιώδης added to the essence masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐπουσιώδης added to the essence masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουσιῶδες — ἐπουσιώδης added to the essence masc/fem voc sg ἐπουσιώδης added to the essence neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουσιώδεις — ἐπουσιώδης added to the essence masc/fem acc pl ἐπουσιώδης added to the essence masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουσιωδῶν — ἐπουσιώδης added to the essence masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουσιωδῶς — ἐπουσιώδης added to the essence adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουσιώδεσι — ἐπουσιώδης added to the essence masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουσιώδεσιν — ἐπουσιώδης added to the essence masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουσιώδους — ἐπουσιώδης added to the essence masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.